Google+ Διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου – λήψης διοικητικών μέτρων σε δημοτικούς υπαλλήλους. Είναι λίγο μεγάλο αλλά κρατήστε το να το έχουμε κι ας είναι αχρείαστο.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου – λήψης διοικητικών μέτρων σε δημοτικούς υπαλλήλους. Είναι λίγο μεγάλο αλλά κρατήστε το να το έχουμε κι ας είναι αχρείαστο.

Σ.Σ. Αν ίσχυαν αυτά και για αρκετούς απο τους πολιτικούς ίσως και να είχαμε ησυχάσει τώρα

Του Πάνου Ζυγούρη, νομικού συμβούλου της ΚΕΔΕ
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 12, με τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης» του ν. 3320/2005 ορίζεται ότι: «1. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών και ο γραμματέας του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου υποχρεούνται να ανακοινώνουν στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ο μεν πρώτος την ποινική δίωξη, που ασκείται με κάθε μορφή συμμετοχής κατά υπαλλήλου, λειτουργού ή οργάνου των φορέων της παρ. 2α του άρθρου 1 του Ν. 3074/2002 για εγκλήματα περί την υπηρεσία (άρθρα 235 263Α Π.Κ.), περί τα υπομνήματα (άρθρα 216, 217, 218, 220, 222 Π.Κ.), κατά της ιδιοκτησίας (άρθρα 372, 375, 381, 382 Π.Κ.) και κατά περιουσιακών δικαιωμάτων (άρθρα 386, 386Α, 389, 390, 394), που στρέφονται κατά του Δημοσίου και των ως άνω φορέων, ο δε δεύτερος τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα, σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και τις εκδιδόμενες, επίσης σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας καταδικαστικές ή αθωωτικές αποφάσεις κατά των ως άνω προσώπων και για τις αξιόποινες αυτές πράξεις…»
Σύμφωνα με το άρθρο 107 του ν. 3584/2007 «Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων» περί θέσης σε αυτοδίκαιη αργία ορίζεται ότι:
«1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία: α) ο υπάλληλος ο οποίος στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία ύστερα από πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή ένταλμα προσωρινής κράτησης, β) ο υπάλληλος κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα προσωρινής κράτησης και στη συνέχεια ήρθη η προσωρινή κράτηση του ή αντικαταστάθηκε με περιοριστικούς όρους, γ) ο υπάλληλος, ο οποίος παραπέμφθηκε αμετακλήτως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα ή για τα αδικήματα της κλοπής, υπεξαίρεσης (κοινής και στην υπηρεσία), απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, δωροδοκίας, καταπίεσης, απιστίας περί την υπηρεσία, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, δ) ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής ή της προσωρινής παύσης και ε) ο υπάλληλος ο οποίος έχει παραπεμφθεί στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α`, β`, δ`, ε`, ιβ`, ιστ`, ιζ`, κα`, κβ`, κγ`, κστ`, κζ` του άρθρου 111, ή για τα αντίστοιχα παραπτώματα του προϊσχύοντος Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 1188/1981). 
2. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντα του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία. Ειδικότερα: α. Υπάλληλος ο οποίος τέθηκε σε αργία στις περιπτώσεις α` έως γ` της παραγράφου 1 ασκεί εκ νέου τα καθήκοντα του αν αθωωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. β. Η αργία της περίπτωσης δ` της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της πειθαρχικής απόφασης και λήγει με την έναρξη της εκτέλεσης της πειθαρχικής ποινής της οριστικής ή προσωρινής παύσης που του επιβλήθηκε ή με την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό ή δικαστικής απόφασης που είτε απαλλάσσει τον υπάλληλο από την πειθαρχική ευθύνη είτε του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. γ. Η αργία της περίπτωσης ε` της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο του παραπεμπτηρίου εγγράφου και λήγει με την έκδοση πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης που τον απαλλάσσει ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. Αν του επιβληθεί κάποια από τις ποινές αυτές η αργία συνεχίζεται και λήγει σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση. 3. Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία εκδίδεται αμελλητί από το αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου όργανο. Η πράξη επανόδου του υπαλλήλου στην υπηρεσία εκδίδεται από το ίδιο όργανο: α) μετά από τελεσίδικη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, β) μετά από βεβαίωση της αρμόδιας μονάδας προσωπικού ότι εκτελέστηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης που έχει επιβληθεί ή μετά από απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του αρμόδιου δικαστηρίου που απαλλάσσει τον υπάλληλο ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού, και γ) μετά από απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με την οποία ο υπάλληλος απαλλάσσεται από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλεται πειθαρχική ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση για πειθαρχικό παράπτωμα της περίπτωσης ε` της παραγράφου 1, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου. Ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του από την κοινοποίηση σε αυτόν της αντίστοιχης διαπιστωτικής πράξης. 4. Εφόσον έχει επιβληθεί αυτοδίκαιη αργία στις περιπτώσεις β`, γ`, δ` και ε` της παραγράφου 1, η οποία δεν έχει αρθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, και δεν έχει επιβληθεί στον υπάλληλο πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης, το πειθαρχικό συμβούλιο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση γνωμοδοτεί μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία και κάθε επόμενο έτος σχετικά με την τυχόν συνδρομή λόγων που καθιστούν μη αναγκαία τη συνέχιση της. Το όργανο που είναι αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου, εφόσον κρίνει μετά την ανωτέρω γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου ή μετά από γνωμοδότηση του ίδιου συμβουλίου που μπορεί να ζητηθεί οποτεδήποτε, ότι με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι αναγκαία η συνέχιση της αργίας, μπορεί να διατάσσει την αναστολή της και την επάνοδο του υπαλλήλου στα καθήκοντα του ή τη μετακίνηση του σύμφωνα με το άρθρο 72. Για την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει να γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο και τις συνέπειες της μη γνωμοδότησης του εντός της νόμιμης προθεσμίας εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 4 του επόμενου άρθρου. Η αναστολή της αργίας μπορεί να διατάσσεται και για ορισμένο χρόνο και να ανακαλείται οποτεδήποτε, εφόσον επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας και ιδίως σε περίπτωση υποτροπής, που οφείλεται στην τέλεση οποιουδήποτε νέου παραπτώματος από τον υπάλληλο…».

Εν συνεχεία στον ως άνω κώδικα, στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ` με τίτλο «ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΕΣ» και στο  Άρθρο 110 με τίτλο «Ορισμός πειθαρχικού παραπτώματος» ορίζονται τα εξής:
«1. Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη και μπορεί να καταλογισθεί στον υπάλληλο. 2. Το υπαλληλικό καθήκον προσδιορίζεται τόσο από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, οι εντολές και οδηγίες όσο και από τη συμπεριφορά που πρέπει να τηρεί ο υπάλληλος εντός και εκτός της υπηρεσίας ώστε να μη θίγεται το κύρος αυτής. 3. Το υπαλληλικό καθήκον, κατά την προηγούμενη παράγραφο, σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προδήλως στις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων».
Τα πειθαρχικά παραπτώματα δε απαριθμούνται στο άρθρο 111 του ως άνω νόμου ως εξής:
«1. Πειθαρχικά παραπτώματα αποτελούν ιδίως: α. Πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία. β. Η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους. γ. Η παράβαση της αρχής της αμεροληψίας. δ. Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων. ε. Η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης της υπηρεσίας. στ. Η αμέλεια, καθώς και η ατελής ή μη έγκαιρη εκπλήρωση του καθήκοντος. ζ. Η παράβαση της υποχρέωσης Εχεμύθειας, με την επιφύλαξη του άρθρου 33 του παρόντος. η. Η άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση-εν γνώσει του υπαλλήλου – εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις. θ. Η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας. ι. Η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική εξέταση. ια. Η αδικαιολόγητη μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη μεροληπτικής έκθεσης Αξιολόγησης. ιβ. Η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους πολίτες, η αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτηση τους και η μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεων τους, καθώς και η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους προϊσταμένους και λοιπούς υπαλλήλους. ιγ. Η αδικαιολόγητη μη έγκαιρη απάντηση σε αναφορές πολιτών. ιδ. Η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων. ιε. Η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί είτε επιτροπή μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος είτε ο Ο.Τ.Α. στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος. ιστ. Η χρησιμοποίηση της υπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων. ιζ. Η αποδοχή οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος για το χειρισμό υπόθεσης από τον υπάλληλο κατά την άσκηση καθηκόντων του. ιη. Η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή για την πρόκληση ή ματαίωση διαταγής της υπηρεσίας. ιθ. Η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα των οποίων ουσιώδη συμφέροντα εξαρτώνται από τον τρόπο αντιμετώπισης θεμάτων της αρμοδιότητας του υπαλλήλου. κ. Η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία. κα. Η παράλειψη δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 114 του παρόντος. κβ. Η εντός και εκτός υπηρεσίας αναξιοπρεπής ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή. κγ. Η καθ` υποτροπή βραδεία προσέλευση στην υπηρεσία ή η πρόωρη αποχώρηση από αυτήν. κδ. Η άρνηση υποβολής της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης του άρθρου 37 του παρόντος.  κε. Η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες. κστ. Η άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας και χορήγησης στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας, επιθεώρησης ή ελέγχου από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου. κζ. Η άρνηση του υπαλλήλου να φέρει τα μέσα ατομικής προστασίας που του χορηγεί η υπηρεσία κατά το χρόνο της εργασίας του και η μη προσέλευση του στον προληπτικό ιατρικό έλεγχο.
 2. Διατάξεις που ορίζουν ειδικά Πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ».

Περαιτέρω, οι πειθαρχικές ποινές που δύνανται να επιβληθούν στους εν λόγω υπαλλήλους, σύμφωνα με το αρ. 113 είναι οι εξής: «1. Οι Πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι: α. Η έγγραφη επίπληξη. β. Το πρόστιμο έως τις Αποδοχές τριών (3) μηνών. γ. Η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή από ένα (1) έως πέντε (5) έτη. δ. Ο υποβιβασμός κατά έναν βαθμό. ε. Η προσωρινή παύση από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες, με πλήρη στέρηση των αποδοχών.στ. Η οριστική παύση. 2. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα: α. Παράβαση της παρ.1 (α) του άρθρου 111 του παρόντος.β. Παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς νόμους. γ. Αποδοχή οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος για το χειρισμό υπόθεσης από υπάλληλο κατά την άσκηση των καθηκόντων του. δ. Χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή, εντός ή εκτός της υπηρεσίας. ε. Παραβίαση απορρήτων της υπηρεσίας κατά τις κείμενες διατάξεις. στ. Αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών των καθηκόντων για περισσότερο από είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή περισσότερο από τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους. ζ. Εξαιρετικώς σοβαρή απείθεια. η. Άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί ο Ο.Τ.Α. στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος ή επιτροπή μέλος της οποίας είναι αυτός. θ. Εμμονή σε άρνηση προσέλευσης για εξέταση από Υγειονομική Επιτροπή, σύμφωνα με την παρ.10 του άρθρου 63 του παρόντος. 3. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο για οποιοδήποτε παράπτωμα αν: α. κατά την προηγούμενη της διάπραξης αυτού διετία του είχαν επιβληθεί τρεις (3) τουλάχιστον Πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή β. κατά το προηγούμενο της διάπραξης αυτού έτος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο αδίκημα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός».

Σχετικά με τη δίωξη του πειθαρχικού παραπτώματος ορίζονται τα εξής στον ως άνω Κώδικα:
«1. Η δίωξη και η τιμωρία πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων. Η παράβαση του καθήκοντος αυτού συνιστά το κατά την περ. (κα) της παρ.1 του άρθρου 111 του παρόντος πειθαρχικό παράπτωμα. 2. Κατ` εξαίρεση, για παραπτώματα που θα επέσυραν την ποινή της έγγραφης επίπληξης, η δίωξη απόκειται στη διακριτική εξουσία των πειθαρχικών οργάνων, τα οποία λαμβάνουν υπόψη αφενός το συμφέρον της υπηρεσίας και αφετέρου τις συνθήκες διάπραξης τους και την υπηρεσιακή γενικώς διαγωγή του υπαλλήλου. Αν το πειθαρχικό όργανο αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη, υποχρεούται να ενημερώσει, με αιτιολογημένη έκθεση του, τον αμέσως ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο. 3. Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα. 4. Η βαθμολογική ή η μισθολογική εξέλιξη του υπαλλήλου δεν αίρει το πειθαρχικώς κολάσιμο παραπτώματος που διαπράχθηκε πριν από την εξέλιξη αυτή. 5. Πράξεις που έχουν τελεσθεί από υπάλληλο κατά τη διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του στον ίδιο ή άλλο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δημόσια υπηρεσία ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα τιμωρούνται πειθαρχικά, εάν υπάγονται σε μία από τις περιπτώσεις της παρ.2 του άρθρου 113 του παρόντος, και δεν έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής τους».

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 118 του ως άνω Κώδικα «Σχέση της πειθαρχικής διαδικασίας με την ποινική δίκη», ορίζεται ότι  1. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη. 2. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο όμως μπορεί με απόφαση του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει, για εξαιρετικούς λόγους, την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει το ένα (1) έτος. Αναστολή δεν επιτρέπεται σε περίπτωση που το πειθαρχικό παράπτωμα προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο ή θίγει σοβαρά το κύρος της υπηρεσίας. 3. Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος. 4. Αν μετά την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την οποία απαλλάσσεται ο υπάλληλος ή επιβάλλεται ποινή κατώτερη από την οριστική παύση, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος, το οποίο δικαιολογεί κατά το άρθρο 113 παρ. 2 και 3 του παρόντος την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται με τη διαδικασία του άρθρου 146 του παρόντος. Επίσης, επαναλαμβάνεται η πειθαρχική διαδικασία αν, μετά την έκδοση καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης, με την οποία επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη ή την παράλειψη για την οποία διώχθηκε πειθαρχικά ο υπάλληλος. 5. Η Επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται και όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική Πειθαρχική απόφαση, χωρίς να έχει ληφθεί υπόψη καταδικαστική ποινική απόφαση που προηγήθηκε. 6. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών έχει υποχρέωση να ανακοινώνει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή του υπαλλήλου και στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ` αυτού. Στην ίδια αρχή ανακοινώνεται επίσης από τον αρμόδιο Εισαγγελέα η απόφαση ή το βούλευμα με το οποίο τερματίζεται η δίωξη. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνωστοποιεί τούτο, χωρίς καθυστέρηση, στην προϊσταμένη αρχή του υπαλλήλου.
Εν συνεχεία, στο άρθρο 120 του ως άνω νόμου ορίζονται τα πειθαρχικά όργανα, τα οποία είναι α. οι Πειθαρχικώς προϊστάμενοι, β. η Δημαρχιακή Επιτροπή, γ. το Κοινοτικό Συμβούλιο, δ. η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύματος και το Διοικητικό Συμβούλιο του Νομικού Προσώπου, ε. η Εκτελεστική Επιτροπή των Συνδέσμων Δήμων, Κοινοτήτων και Δήμων και Κοινοτήτων, στ. το υπηρεσιακό συμβούλιο, ζ. το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, η. το Συμβούλιο της Επικρατείας, τα Διοικητικά Εφετεία και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης.
Σύμφωνα με το άρθρο 121 «Πειθαρχικώς προϊστάμενοι των υπαλλήλων είναι: α. ο Δήμαρχος επί όλων των υπαγομένων στην αρμοδιότητα του υπαλλήλων, β. ο Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης, γ. ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης ή αυτοτελούς Τμήματος, δ. ο Πρόεδρος Κοινότητας, ε. ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος, στ. ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δημοτικού ή Κοινοτικού Νομικού Προσώπου, ζ. ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Δήμων, Κοινοτήτων και Δήμων και Κοινοτήτων.2. Ειδικώς για τα μέλη των Υπηρεσιακών Συμβουλίων σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 6 του παρόντος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι ο Πρόεδρος του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου».
Οι αρμοδιότητες των πειθαρχικώς προϊσταμένων ορίζονται στο επόμενο άρθρο του ως άνω νόμου, σύμφωνα με το οποίο «1. Όλοι οι Πειθαρχικώς προϊστάμενοι μπορούν να επιβάλουν την ποινή της έγγραφης επίπληξης. Την ποινή του προστίμου μπορούν να επιβάλουν οι εξής, με τις πιο κάτω διακρίσεις: α. ο Δήμαρχος, ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Ιδρύματος, ο Πρόεδρος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ή Συνδέσμου έως και τις Αποδοχές ενός (1) μηνός, β. ο Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης, έως και το ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών και γ. ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης ή Αυτοτελούς Τμήματος, έως και το ένα έκτο των μηνιαίων αποδοχών. 2. Η αρμοδιότητα των πειθαρχικώς προϊσταμένων είναι αμεταβίβαστη, εκτός αν από διάταξη του νόμου προβλέπεται διαφορετικά. 3. Αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι εκείνος στον οποίο υπάγεται οργανικά ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος. 4. Οι Πειθαρχικώς προϊστάμενοι επιλαμβάνονται αυτεπαγγέλτως.5. Αν έχουν επιληφθεί αρμοδίως περισσότεροι Πειθαρχικώς προϊστάμενοι, η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται μόνο από εκείνον που κάλεσε πρώτος σε απολογία τον υπάλληλο. Ο ανώτερος πειθαρχικώς προϊστάμενος έχει, σε κάθε περίπτωση, δικαίωμα να ζητήσει την παραπομπή σε αυτόν της πειθαρχικής υπόθεσης, εφόσον δεν έχει εκδοθεί Πειθαρχική απόφαση. 6. Αν ο πειθαρχικώς προϊστάμενος ο οποίος έχει επιληφθεί κρίνει ότι το παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη της αρμοδιότητας του, παραπέμπει την υπόθεση στον αμέσως ανώτερο αυτού πειθαρχικώς προϊστάμενο. Αν ο Δήμαρχος ή ο Πρόεδρος της Κοινότητας ή ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Ιδρύματος ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ή Συνδέσμου κρίνουν ότι η προσήκουσα ποινή είναι ανώτερη και της δικής τους αρμοδιότητας, παραπέμπουν την υπόθεση στα Συλλογικά Πειθαρχικά όργανα της παρ. 1 του άρθρου 123 του παρόντος Κώδικα, εφαρμόζοντας αναλόγως και τις διατάξεις του άρθρου 128 του παρόντος».
Τα υπόλοιπα πειθαρχικά όργανα είναι τα λεγόμενα συλλογικά, τα οποία σύμφωνα με το άρθρο 123 είναι «1. Η Δημαρχιακή Επιτροπή, το Κοινοτικό Συμβούλιο, η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύματος και των Συνδέσμων Δήμων, Κοινοτήτων, Δήμων και Κοινοτήτων και το Διοικητικό Συμβούλιο του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου μπορούν να επιβάλουν την ποινή της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου έως και τις Αποδοχές δύο (2) μηνών. 2. Τα Πειθαρχικά όργανα του παρόντος άρθρου κρίνουν σε πρώτο βαθμό κατόπιν παραπομπής της υποθέσεως από τους πειθαρχικώς προϊσταμένους των υπαλλήλων. Η παραπομπή στην πειθαρχική διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου επιτρέπεται μόνον από τους πειθαρχικώς προϊσταμένους των περιπτώσεων (α), (δ), (ε), (στ) και (ζ) του άρθρου 121 του παρόντος. 3. Αν τα Συλλογικά Πειθαρχικά όργανα της παρ.1 του παρόντος κρίνουν ότι η προσήκουσα ποινή είναι ανώτερη και της δικής τους αρμοδιότητας, παραπέμπουν την υπόθεση στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο».
Ως προς τα υπηρεσιακά συμβούλια οι αρμοδιότητές τους είναι σύμφωνα με το άρθρο 124 οι εξής: «1. Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια μπορούν να επιβάλουν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή. Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια κρίνουν σε πρώτο βαθμό μετά από παραπομπή της υπόθεσης σε αυτά και σε δεύτερο βαθμό μετά από άσκηση ενστάσεως κατά αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 6 του παρόντος αποφαίνεται σε δεύτερο βαθμό ύστερα από ένσταση κατ` αποφάσεων των Υπηρεσιακών Συμβουλίων και σε πρώτο βαθμό για την εκδίκαση του παραπτώματος της παρ. 3 του άρθρου 126 του παρόντος. 2. Αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο είναι εκείνο στο οποίο υπάγεται οργανικά ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος. Προκειμένου για υπάλληλο, ο οποίος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος υπηρετεί με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση ή κατάσταση σε άλλη υπηρεσία, αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο είναι το συμβούλιο της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί, εφόσον το πειθαρχικό παράπτωμα σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του στην υπηρεσία αυτή».
Περαιτέρω, η πειθαρχική διαδικασία ρυθμίζεται από το κεφάλαιο Ε του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων:
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 126, με τίτλο άσκηση πειθαρχικής δίωξης «1. Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει είτε με την κλήση του υπαλλήλου σε Απολογία από το μονομελές πειθαρχικό όργανο είτε με την παραπομπή του στα συλλογικά Πειθαρχικά όργανα των άρθρων 123 και 124 του παρόντος. Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται εντός τριμήνου από την Κλήση σε Απολογία είτε με την έκδοση πειθαρχικής απόφασης μονομελούς οργάνου είτε με παραπομπή στα συλλογικά όργανα του άρθρου 123 του παρόντος. 2. Τα Συλλογικά Πειθαρχικά όργανα του άρθρου 123 του παρόντος ολοκληρώνουν την πειθαρχική διαδικασία εντός τεσσάρων μηνών από την παραπομπή είτε με την έκδοση πειθαρχικής απόφασης είτε με παραπομπή ενώπιον του υπηρεσιακού συμβουλίου. Σε περίπτωση παραπομπής ενώπιον του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ολοκληρώνεται η πειθαρχική διαδικασία εντός εξαμήνου από την παραπομπή. 3. Η υπαίτια παράβαση της διάταξης του προηγουμένου εδαφίου αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. Το παράπτωμα αυτό, για τα μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, εκδικάζεται μετά από παραπομπή από τον αρμόδιο Γενικό Γραμματέα ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου».
Σύμφωνα δε με το άρθρο 127 του Κώδικα «1. Αν τα Πειθαρχικά όργανα της παρ. 1 του άρθρου 123 του παρόντος κρίνουν ότι το πειθαρχικό παράπτωμα τιμωρείται με ποινή μεγαλύτερη της αρμοδιότητας τους, παραπέμπουν την υπόθεση στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Η παραπομπή είναι υποχρεωτική όταν υπάρχει αιτιολογημένη πρόταση της αρμόδιας υπηρεσίας. 2. Δεν επιτρέπεται Παραπομπή στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο μετά την έκδοση οριστικής απόφασης για το ίδιο παράπτωμα από οποιοδήποτε πειθαρχικό όργανο».
Η διαδικασία και οι συνέπειες της ως άνω παραπομπής  περιγράφονται στο άρθρο 128, σύμφωνα με το οποίο  Διαδικασία και συνέπειες παραπομπής «1. Στο έγγραφο με το οποίο η υπόθεση παραπέμπεται στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος υπάλληλος. 2. Το παραπεμπτήριο έγγραφο κοινοποιείται στον διωκόμενο υπάλληλο και αποστέλλεται μαζί με το φάκελο της υπόθεσης στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Η παράλειψη κοινοποίησης του παραπεμπτηρίου εγγράφου συνεπάγεται ακυρότητα της πειθαρχικής διαδικασίας, εκτός αν ο διωκόμενος υπάλληλος έλαβε αποδεδειγμένως πλήρη γνώση αυτού με άλλον τρόπο, ή εμφανισθεί ενώπιον του Υπηρεσιακού Συμβουλίου χωρίς να προβάλει καμιά αντίρρηση ως προς την γνώση των στοιχείων του περιεχομένου του παραπεμπτηρίου. Αν κατά τη διαδικασία ανακύψουν ευθύνες και για άλλους υπαλλήλους που δεν περιλαμβάνονται στο παραπεμπτήριο έγγραφο, το συμβούλιο τους καλεί σε Απολογία και συνεχίζει την περαιτέρω διαδικασία χωρίς κοινοποίηση του παραπεμπτηρίου. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να αποφασίζει τη συνεκδίκαση των παραπτωμάτων αυτών με τα παραπτώματα των περιλαμβανομένων στο παραπεμπτήριο. 3. Η έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου καταργεί την εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία ενώπιον άλλου πειθαρχικού οργάνου. 4. Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται».
Περαιτέρω, στα άρθρα 129, 130 και 131 περιγράφονται οι διαδικασίες της προκαταρκτικής εξέτασης, της ένορκης διοικητικής εξέτασης και της πειθαρχικής ανάκρισης αντίστοιχα.
Τέλος στο κεφάλαιο Ζ’, ρυθμίζεται η απολογία του πειθαρχικώς διωκόμενου. Ειδικότερα:
Σύμφωνα με το άρθρο 138 ορίζεται ότι «Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται, εάν ο υπάλληλος δεν κληθεί προηγουμένως σε Απολογία. Η εξέταση του διωκομένου κατά το στάδιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης ή της πειθαρχικής ανάκρισης, δεν αναπληρώνει την Κλήση σε Απολογία. 2. Στην Κλήση σε Απολογία καθορίζεται σαφώς το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα και τάσσεται εύλογη προθεσμία για Απολογία. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από δύο (2) εργάσιμες ημέρες, όταν ο υπάλληλος καλείται σε Απολογία από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο, και από τρεις (3) εργάσιμες ημέρες, όταν αυτός καλείται από συμβούλιο. Η προθεσμία για Απολογία μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά και έως το τριπλάσιο της αρχικής προθεσμίας, μετά από αιτιολογημένη έγγραφη αίτηση του διωκομένου. Εκπρόθεσμη Απολογία λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, εφόσον υποβάλλεται πριν από την έκδοση της απόφασης. Η παράλειψη της κλήσης σε Απολογία καλύπτεται από την υποβολή εγγράφου Απολογίας. 3. Οταν μετά την κλήση του διωκομένου σε Απολογία, ακολουθεί παραπομπή σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 122 του παρόντος, σε ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο ή στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή στα όργανα του άρθρου 123 του παρόντος, δεν απαιτείται νέα Κλήση σε Απολογία. 4. Μετά την Κλήση σε Απολογία η υπόθεση περατούται με την έκδοση της απόφασης», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 139 «1. Η Απολογία υποβάλλεται εγγράφως. Ενώπιον συλλογικού πειθαρχικού οργάνου επιτρέπεται στον διωκόμενο και η προφορική συμπληρωματική Απολογία. 2. Η Απολογία παραδίδεται με απόδειξη στο όργανο το οποίο καλεί σε Απολογία. Μπορεί, όμως, και να αποσταλεί ταχυδρομικώς, με συστημένη επιστολή, ή να κατατεθεί σε δημόσια αρχή για αποστολή. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου το εμπρόθεσμο της υποβολής της κρίνεται από το χρόνο της ταχυδρόμησης ή της κατάθεσης στη δημόσια αρχή. 3. Πριν από την Απολογία ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης. Το γεγονός ότι έλαβε γνώση αποδεικνύεται με πράξη η οποία υπογράφεται από τον υπάλληλο ο οποίος τηρεί το φάκελο και από τον διωκόμενο ή μόνο από τον πρώτο, αν ο δεύτερος αρνηθεί να υπογράψει. Αν ο διωκόμενος υπάλληλος δεν υπηρετεί στην έδρα του οργάνου που τον καλεί σε Απολογία, του χορηγείται σχετική άδεια. 4. Με την Απολογία του ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να ζητήσει εύλογη προθεσμία για να υποβάλει έγγραφα στοιχεία. Η παροχή της προθεσμίας και η διάρκεια της εναπόκεινται στην κρίση του οργάνου το οποίο τον καλεί σε Απολογία».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ενόψει των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα κατωτέρω συμπεράσματα:
-Ως προς τη διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου
1. Για την άσκηση της  πειθαρχικής δίωξης δεν απαιτείται καταγγελία ή έγκληση ή μήνυση από άλλον δημοτικό υπάλληλο ή ιδιώτη, τα αρμόδια όργανα επιλαμβάνονται της πειθαρχικής δίωξης αυτεπαγγέλτως (βλ. άρ. 122 του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών υπαλλήλων).
Επισημαίνεται, ότι σύμφωνα με  τη παρ. 4 του αρ. του ν. 3074/2002, αν κατά τον έλεγχο από Επιθεωρητές-Ελεγκτές, διαπιστωθεί μη σύννομη συμπεριφορά υπαλλήλου ή αιρετού οργάνου της τοπικής αυτοδιοίκησης, η έκθεση επιθεώρησης διαβιβάζεται στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο με πρόταση για την άσκηση ελέγχου κατά του υπαιτίου ή τη λήψη άλλων μέτρων.
2. Η πειθαρχική ευθύνη και συνεπώς η ομώνυμη διαδικασία, είναι διοικητική και όχι ποινική. Έτσι η πειθαρχική διαδικασία είναι α) αυτοτελής (βλ. αρ. 118 Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων), δηλαδή δεν ταυτίζεται με την ποινική, της οποίας όμως υιοθετεί κανόνες και αρχές, β) ανεξάρτητη, δηλαδή δεν επηρεάζεται κατ’ αρχήν από τις συνέπειες της ποινικής. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε με το αρ. 12 του ν. ν. 3320/2005 ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης απέκτησε τη δυνατότητα να ενημερώνεται για την πορεία των ποινικών διώξεων που ασκούνται κατά υπαλλήλων, λειτουργών ή οργάνων δημόσιων φορέων, για τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα και τις καταδικαστικές ή αθωωτικές αποφάσεις. Ειδικότερα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών και ο γραμματέας του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου υποχρεούνται να ανακοινώνουν στο Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ο μεν πρώτος την ποινική δίωξη, που ασκείται με κάθε μορφή συμμετοχής κατά υπαλλήλου, λειτουργού ή οργάνου των φορέων της παρ. 2α του άρθρου 1 του Ν.3074/2002 για εγκλήματα περί την υπηρεσία (άρθρα 235-263Α Π.Κ.), περί τα υπομνήματα (άρθρα 216,217,218,220,222 Π.Κ.), κατά της ιδιοκτησίας (άρθρα 372,375,381,382 Π.Κ.) και κατά περιουσιακών δικαιωμάτων (άρθρα 386,386Α,389,390,394), που στρέφονται κατά του Δημόσιου και των ως άνω φορέων, ο δε δεύτερος τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα, σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας καταδικαστικές ή αθωωτικές αποφάσεις κατά των ως άνω προσώπων και για τις αξιόποινες αυτές πράξεις.).
Ως κανόνας ισχύει η μη αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας ένεκα της ποινικής δίκης. Αναστολή απαγορεύεται στις περιπτώσεις που ορίζει το άρθρο 118 του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.
3. Σχετικά με τα πειθαρχικά όργανα, η απαρίθμησή τους στο αρ. 120 του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων είναι αποκλειστική και συνεπώς απαγορεύεται η άσκηση πειθαρχικής εξουσίας από οποιαδήποτε άλλα όργανα, εκτός αν άλλος ειδικός νόμος ορίζει αλλιώς. Για παράδειγμα ο Γενικός Επιθεωρήτης Δημόσιας Διοίκησης, σύμφωνα με το αρ. 26 παρ. 1 του ν. 3200/2003 «…..Διεξάγει ο ίδιος ή με τους Βοηθούς του ή τους Ειδικούς Επιθεωρητές που υπηρετούν στο Γραφείο του ή αρμόδια όργανα του εδαφίου α ` της ίδιας παραγράφου Ε.Δ.Ε. και σε κάθε περίπτωση μπορεί να ασκήσει ή να διατάξει την άσκηση πειθαρχικής δίωξης ή τη λήψη άλλων διοικητικών μέτρων…».
4. Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι δύνανται να επιβάλλουν ποινές ως εξής:
α) Όλοι την ποινή της επίπληξης
β) Ορισμένοι την ποινή του προστίμου επί των αποδοχών
και επιλαμβάνονται αυτεπαγγέλτως αίτηση ή καταγγελία από ιδιώτη ή υπόδειξη εντολή από ανώτερο πειθαρχικώς όργανο (β΄. ΣτΕ 2774/1960). Αν ο πειθαρχικώς προϊστάμενος ο οποίος έχει επιληφθεί κρίνει ότι το παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη της αρμοδιότητας του, παραπέμπει την υπόθεση στον αμέσως ανώτερο αυτού πειθαρχικώς προϊστάμενο. Αν ο Δήμαρχος ή ο Πρόεδρος της Κοινότητας ή ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Ιδρύματος ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ή Συνδέσμου κρίνουν ότι η προσήκουσα ποινή είναι ανώτερη και της δικής τους αρμοδιότητας, παραπέμπουν την υπόθεση στα Συλλογικά Πειθαρχικά όργανα της παρ. 1 του άρθρου 123 του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων(βλ. αρ. 122 του Κώδικα).
5. Τα συλλογικά πειθαρχικά όργανα, ήτοι  Δημαρχιακή Επιτροπή, το Κοινοτικό Συμβούλιο, η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύματος και των Συνδέσμων Δήμων, Κοινοτήτων, Δήμων και Κοινοτήτων και το Διοικητικό Συμβούλιο του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου μπορούν να επιβάλουν την ποινή της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου έως και τις Αποδοχές δύο (2) μηνών (αρ. 123). Αν τα Συλλογικά Πειθαρχικά όργανα της παρ.1 του εν λόγω Κώδικα κρίνουν ότι η προσήκουσα ποινή είναι ανώτερη και της δικής τους αρμοδιότητας, παραπέμπουν την υπόθεση στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του άρθρου 124 του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.
6. Τα ως άνω Υπηρεσιακά Συμβούλια μπορούν να επιβάλουν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή. Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια κρίνουν σε πρώτο βαθμό μετά από παραπομπή της υπόθεσης σε αυτά και σε δεύτερο βαθμό μετά από άσκηση ενστάσεως κατά αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων.
7. Το πειθαρχικό Συμβούλιο του αρ. 6 του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων αποφαίνεται σε δεύτερο βαθμό ύστερα από ένσταση κατ` αποφάσεων των Υπηρεσιακών Συμβουλίων και σε πρώτο βαθμό για την εκδίκαση του παραπτώματος της παρ. 3 του άρθρου 126 του εν λόγω Κώδικα, ήτοι την περίπτωση της υπαίτιας παράβασης  της ολοκλήρωσης της πειθαρχικής διαδικασίας εντός τεσσάρων μηνών από τα συλλογικά πειθαρχικά όργανα, από την παραπομπή της πειθαρχική υπόθεσης σε αυτά και εντός εξαμήνου από το Υπηρεσιακό Συμβούλιου, ομοίως από την παραπομπή της υπόθεσης σε αυτό.
8. Η έναρξη της πειθαρχικής δίωξης ενεργείται ως εξής:
α) Όταν ασκεί πειθαρχική αρμοδιότητα ο πειθαρχικώς προϊστάμενος του δημοτικού υπαλλήλου (μονομελές πειθαρχικό όργανο), από την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία.
β) Όταν ασκεί πειθαρχική αρμοδιότητα συλλογικό πειθαρχικό όργανο των άρθρων 123 και 124 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, από την παραπομπή της υπόθεσης σε αυτό, δηλαδή από την έγερση πειθαρχικής αγωγής ενώπιόν του (βλ. και ΣτΕ 1138/1995).
Η ενέργεια ανάκρισης, προκαταρτικής έρευνας ή ενορκης διοικητικής εξέτασης δεν αποτελεί χρονικό σημείο έναρξης της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι οι πειθαρχικές διατάξεις, ιδίως οι διαδικαστικές, πρέπει να ερμηνεύονται στενά ενόψει των δυσμενών συνεπειών που μπορεί να προκύψουν για τον υπάλληλο.
9. Απαγορεύεται η έκδοση πειθαρχικής καταδικαστικής απόφασης, χωρίς να κληθεί προηγουμένως ο υπάλληλος σε απολογία. Κατά αυτόν τον τρόπο η απολογία ορίζεται ως απαραίτητος ουσιώδης τύπος της διαδικασίας μόνο για την έκδοση απόφασης κατά πρώτο βαθμό (ΣτΕ 3032/1988, 8/1992, 1638/1995, 1222/1996). Η απολογία συνδέεται άμεσα με την εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας. Η απολογία πρέπει να είναι προηγούμενη και έγκαιρη. Συνεπώς, προϋποτίθεται η άσκηση του δικαιώματος του καθού να ενεργήσει, με την έννοια ότι τα αρμόδια όργανα έχουν υποχρέωση να ικανοποιήσουν το δικαίωμα, και βάσει του αρ. 20 του Σ, ως εξής: 1) να λάβει γνώση όλων των στοιχείων του σχετικού φακέλου. 2) να λάβει επικυρωμένα αντίγραφα όλων των στοιχείων του σχετικού φακέλου. 3) να υποβάλει υπόμνημα με στοιχεία-αποδείξεις. Η κλήση σε απολογία είναι πάντοτε έγγραφη και καθορίζει σαφώς, δηλ. λεπτομερώς και με ακρίβεια, το αποδιδόμενο αδίκημα. Η παράλειψη μνείας ή η αόριστη αναφορά των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν το διωκόμενο παράπτωμα αποτελεί ουσιώδη έλλειψη της κλήσης σε απολογία (ΣτΕ 2883/1990).
10. Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως, ως κύρια απολογία ενώπιον οποιουδήποτε πειθαρχικού οργάνου και προφορικώς, ως συμπληρωματική απολογία, δηλαδή εφόσον έχει υποβληθεί προηγουμένως η έγγραφη απολογία ως κύρια. Η απολογία αποτελεί αναγκαία και αυτοτελή ενέργεια στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας. Κατά τούτο, η επιβολή ποινής χωρίς να κληθεί σε απολογία ο τιμωρηθείς, συνιστά το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης υπαλληλικού καθήκοντος (ΣτΕ 437/1987).

-Ως προς τη θέση δημοτικού υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου 4093/2012, ο οποίος έχει τροποποιήσει τις διατάξεις του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών  Υπαλλήλων,  με τις ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου διευρύνονται οι περιπτώσεις που υπάλληλοι τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία, ώστε να επιτυγχάνεται η άμεση απομάκρυνση όσων διώκονται ή τιμωρούνται για σοβαρά ποινικά αδικήματα και πειθαρχικά παραπτώματα (βλ. ανωτέρω άρθρο 107). Ειδικότερα έχουν προστεθεί οι περιπτώσεις σύμφωνα με τις οποίες τίθεται σε αυτοδίκαιη αργία ο υπάλληλος κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα προσωρινής κράτησης και στη συνέχεια ήρθη η προσωρινή κράτηση του ή αντικαταστάθηκε με περιοριστικούς όρους, ο υπάλληλος, ο οποίος παραπέμφθηκε αμετακλήτως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα ή για τα αδικήματα της κλοπής, υπεξαίρεσης (κοινής και στην υπηρεσία), απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, δωροδοκίας, καταπίεσης, απιστίας περί την υπηρεσία, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης και ο υπάλληλος ο οποίος έχει παραπεμφθεί στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α`, β`, δ`, ε`, ιβ`, ιστ`, ιζ`, κα`, κβ`, κγ`, κστ`, κζ` του άρθρου 111, ή για τα αντίστοιχα παραπτώματα του προϊσχύοντος Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.
Επισημαίνεται, ότι οι περιπτώσεις θέσεως σε αργία του δημοτικού υπαλλήλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 107 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, απαριθμούνται περιοριστικά. Δεδομένης δε και της αυτοτέλειας της ποινικής δίκης από την πειθαρχική, όπως ως άνω αναπτύχθηκε, δεν δύναται να τεθεί αυτοδίκαια σε αργία ο δημοτικός υπάλληλος, στον οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ενώ δεν έχει παραπεμφθεί πειθαρχικά.
Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με το αρ. άρθρο 12, με τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης» του ν. 3320/2005, ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης απέκτησε τη δυνατότητα να ενημερώνεται για την πορεία των ποινικών διώξεων που ασκούνται κατά υπαλλήλων. Επίσης σύμφωνα με παρ.5 του άρθρου 3 Ν.3613/2007 δύναται να λαμβάνει διοικητικά μέτρα, όπως είναι το μέτρο της αργίας ο ίδιος ο Επιθεωρητής, μόνο όμως στις περιπτώσεις που ορίζονται αποκλειστικά στο νόμο.
Ταυτόχρονα, ο θεσμός της αργίας εξοπλίζεται με ευελιξία, που προσφέρει τη δυνατότητα στα αρμόδια όργανα, εκτιμώντας το συμφέρον της υπηρεσίας, να επαναφέρουν στα καθήκοντά τους ή να μετακινούν εσωτερικά τους υπαλλήλους που επανέρχονται (εξαιρούνται οι ποινικώς  διωκόμενοι και οι τιμωρηθέντες με την ποινή της οριστικής παύσης), ακόμη και πριν αρθούν οι τυπικοί λόγοι που οδήγησαν στην επιβολή της αργίας, όταν κριθεί αιτιολογημένα, ότι υπό συγκεκριμένες συνθήκες, δεν είναι εξ αντικειμένου αναγκαία  η συνέχιση της παραμονής του υπαλλήλου εκτός υπηρεσίας.  Οι διατάξεις για την αργία ορίζεται ρητά ότι εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς πειθαρχικές διαδικασίες.

localit.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιο μπορεί να κάνει όποιος το επιθυμεί ακόμα και ανώνυμα και θα δημοσιεύονται όλα αφού πρώτα ελενχθούν απο την διαχείρηση εκτός απο τα υβριστικά και προσβλητικά.Καταγγελίες για συγκεκριμένα ονόματα θα πρέπει να υποβάλονται επώνυμα.Οι διαχειριστές της ιστοσελίδας δεν φέρουν καμία ευθύνη για σχόλια,αναρτήσεις και ανακοινωσεις που εστάλησαν ή που έγιναν απο τρίτους.